Παρασκευή, 1 Μαρτίου, 2024
spot_imgspot_img
spot_img
spot_img

Φλυαρίες ενός Θεσσαλονικιού περί Καβάλας του 60′ – (του Χρήστου Διάφα)

Μετακομίσαμε στην Καβάλα όταν ήμουνα τριών χρόνων. Μέναμε στη Δεξαμενή, σε μια μονοκατοικία με απέραντο κήπο, που τα κλιμακωτά του παρτέρια κατέβαιναν σχεδόν μέχρι την οδό 7ης Μεραρχίας. Με τον κήπο ασχολούνταν κυρίως η σπιτονοικοκυρά, η κυρία Κλεοπάτρα που έμενε με τον κύριο Στάθη στο ισόγειο.
Στη θέση αυτού του σπιτιού, χτίστηκε αργότερα μια άχαρη πολυκατοικία, που το εμβαδόν της κατάπιε όλα τα παρτέρια.
Τότε τα κοντινά σπίτια ήταν επίσης μονοκατοικίες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά: Του Σαμαρά του υφασματέμπορου, του Φέσσα του φαρμακοποιού, του Χατζηβασιλείου που ήταν κοσμηματοπώλης. Και απέναντι, του Αποστόλου που είχε το σινεμά Ολύμπιον και κάποιου αγνώστου επαγγέλματος Καντούρα, που όμως είχε Opel Rekord και εμείς η πιτσιρικαρία το θαυμάζαμε. Ανηφορίζοντας ήταν τα πλυντήρια Τσιακατάρα και λίγο πιο πάνω η μονοκατοικία του Ψάλτου.
Αν πιστέψω το Google Maps και τα μάτια μου, από όλα αυτά διασώζεται μόνο το σπίτι του Σαμαρά.


Στην οδό Ομονοίας θυμάμαι το γωνιακό κατάστημα καφέδων Ανανιάδης, δυο υφασματάδικα (Σαμαράς και Καλοταράνης) έναν Τσίρλη που δεν θυμάμαι τι πουλούσε αλλά μου είχε κάνει εντύπωση το ευκοίλιό του όνομα και επίσης το Φώτο Καπάιος και έναν παιδίατρο Κουρόγλου όπου με πήγαιναν οι δικοί μου.

Επίσης, σε κάποιον όροφο της οδού Ομονοίας πήγαινα για μάθημα γερμανικών σε κάποια κυρία Παπαγιάννη.
Οι κάθετοι, ελαφρά κατηφορικοί δρόμοι που έβγαζαν από την Ομονοίας στην οδό Βενιζέλου, τότε δεν είχαν ακόμη πεζοδρομηθεί. Εκεί υπήρχε ένα βιβλιοπωλείο, ένα άλλο μαγαζί που πουλούσε μάσκες και βατραχοπέδιλα και το εστιατόριο ‘Ο Μοριάς’.


Και μια που φτάσαμε στις γεύσεις: Απέναντι από την είσοδο του Σινέ Απόλλων ζούσε το ψητοπωλείο “Γιώργος”, με θεϊκά αρνίσια σουτζουκάκια και πάνω στην οδό Ομονοίας η Μυροβόλος Άνοιξις με ακόμη πιο θεϊκά γλυκά. 
Κρέας ψωνίζαμε από το χασάπικο κάποιου Προκοπίου που νομίζω ότι ήταν ο πατέρας της ηθοποιού και χορεύτριας Ελένης Προκοπίου. Η μητέρα της, η κυρία Ιφιγένεια, κρατούσε το ταμείο. Ήταν περιτριγυρισμένη από σφαχτάρια που κρέμονταν από τσιγκέλια και έτσι ο πατέρας μου τής είχε βγάλει το παρατσούκλι “Ιφιγένεια εν Ταύροις”.
Πάμφθηνα και σπαρταριστά ψάρια παίρναμε από την παραλιακή ψαραγορά πριν το λιμάνι, εκεί που τώρα έχει μόνο ταβέρνες.

Τέλος, στο σημείο που το πέρασμα από την εκκλησία του Αη Γιάννη συναντούσε τη Φιλίππου, υπήρχε στη γωνία ένα μαγαζάκι που έγραφε “Εδώδιμα-Αποικιακά” και μύριζε από μακριά μπαχαρικά και κόκκινη καραμέλα.
Το ξέρω γιατί περνούσα καθημερινά από εκεί επιστρέφοντας από το σχολείο.


Το οποίο σχολείο ήταν το 12ο Πρότυπο Δημοτικό. Διευθυντής του ήταν κάποιος Ζαχαριάδης, ενώ δυο δασκάλες που θυμάμαι ήταν η δεσποινίς Μπουρμπούλια, μια θεούσα, πάντα με κότσο, μακρυμάνικο και φούστα ως τη μέση της γάμπας και μια κυρία Νικολούδη, με ξανθωπό μαλλί κομμωτηρίου, πεταλουδέ γυαλιά και πολύ πιο μοδάτη γκαρνταρόμπα.
Στο 12ο Δημοτικό πήγα μέχρι την Δ΄ τάξη, την οποία όμως σχεδόν δεν παρακολούθησα διότι κάθε μέρα με έλιωναν στην πρόβα.
Ήταν λέει, παράδοση του σχολείου να ανεβάζουν κάθε τρία χρόνια μια ημιεπαγγελματική θεατρική παράσταση. Εκείνη τη χρονιά το έργο που αποφάσισαν να παρουσιάσουν λεγόταν Τα Παιδικά Χρόνια του Μότσαρτ και ξαφνικά βρέθηκα να παίζω τον ομώνυμο ρόλο. Ο σκηνοθέτης ήταν επαγγελματίας, η χορογράφος επίσης και εγώ έπρεπε, εκτός από τα λόγια, να μάθω να μιμούμαι ότι παίζω πιάνο σαν βιρτουόζος.
Το έργο ανέβηκε στο κινηματοθέατρο Αττικόν, που ήταν σε μια κάθετο της Ομονοίας. Πρόσφατα ανακάλυψα ένα ντοσιέ με αποκόμματα καβαλιώτικων εφημερίδων με ολόκληρες σελίδες αφιερωμένες στην παράσταση.
Προφανώς τις είχαν αρχειοθετήσει κάποτε οι γονείς μου.
Σε μία εφημερίδα μάλιστα είχα δώσει λέει, και συνέντευξη, όπου με ρώτησαν αν θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω ηθοποιός και εγώ απάντησα “να μου λείπει”. Δεν ήθελα γιατί με είχαν στριμώξει άσχημα παιδί πράγμα με εβδομήντα σελίδες ρόλο, συν – έστω και στα ψέματα- εκμάθηση πιάνου, συν κάτι αυτοκρατορικούς χορούς της Αυστρίας.


Μετά την Δ΄ Δημοτικού, ήρθε η πολυπόθητη μετάθεση του πατέρα μου και επιστρέψαμε στη γενέθλια Θεσσαλονίκη. 
Όμως οι δικοί μου είχαν αποκτήσει φίλους και γνωριμίες στην Καβάλα. Έτσι, τα καλοκαίρια επιστρέφαμε συχνά για διακοπές, πότε μένοντας στο ξενοδοχείο ‘Φίλιπποι’ και πότε σε νοικιασμένο σπίτι στην Καλαμίτσα. Ήδη η πόλη είχε αρχίσει να αλλάζει. Το θερινό Σινέ Ροδόπη είχε κιόλας γκρεμιστεί και για μπάνιο δεν πηγαίναμε πια με τα πόδια στη ‘Ραψάνη΄ όπως παλιά, αλλά στο Παλιό, στις Γλάστρες και σε διάφορες ενδιάμεσες ακτές.
Όλα αυτά μέχρι την Γ’ Γυμνασίου, διότι μετά δεν πήγαινα πια διακοπές με τους δικούς μου. Όντας φοιτητής, είχα παρασύρει δυο τρεις φορές την παρέα μου για κάτι τριήμερα στην Καβάλα, συχνά συνδυασμένα με παραστάσεις στους Φιλίππους ή απλά για μπάνιο.


Τελευταία φορά πέρασα το 2021 για να πάρουμε το πλοίο για Μυτιλήνη. Τους παράτησα όλους και άρχισα μόνος μου τις βόλτες στις παλιές γειτονιές. Άλλοτε με αυτοκίνητο, άλλοτε με τα πόδια, πάσχιζα να βρω ένα σπίτι από τα παλιά, έναν δρόμο που δεν άλλαξε εντελώς, μια γωνιά που έμεινε όπως τότε.
Μάταιος κόπος. Τα σημάδια που δεν αλλοιώθηκαν ήταν ελάχιστα. Η Καβάλα της παιδικής μου ηλικίας δεν υπάρχει πια. Θα μου πείτε “και τι περίμενες δηλαδή συνταξιούχος άνθρωπος, να μην αλλάξει τίποτε για να θυμάσαι εσύ τα παιδικά σου χρόνια;”
Όχι βέβαια. Αλλά όσο να ναι, αυτή η πικρή γεύση δεν φεύγει εύκολα.
Είναι και που δεν υπάρχει πια και η Μυροβόλος να τη γλύκαινε λίγο.