Σάββατο, 2 Μαρτίου, 2024
spot_imgspot_img
spot_img
spot_img

Προς τι η δίμηνη προεκλογική περίοδος; – (του Γιώργου Τσακίρη)

Ένα κόμπιασμα στη φωνή του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, κατά την εισήγησή του στο υπουργικό συμβούλιο της 28ης Μαρτίου, ακριβώς τη στιγμή που ανακοίνωνε (και ουσιαστικά προκήρυσσε) την ημερομηνία διεξαγωγής των εθνικών εκλογών, ήταν αρκετό για να γίνει αντιληπτή η ανησυχία και το άγχος που τον διακατέχει τον τελευταίο καιρό.

Η πρωτοφανής στα μεταπολιτευτικά χρόνια -και καθαρά έκδηλη του πρωθυπουργο-κεντρικού μοντέλου διακυβέρνησης- αναφορά του σε ημερομηνία εκλογών, χωρίς την παραίτηση του ίδιου ή της κυβέρνησής του, με τη Βουλή ακόμη σε πλήρη νομοθετική και ελεγκτική λειτουργία, δύο μάλιστα μήνες πριν την ημερομηνία διεξαγωγής τους, όχι απλά έχει αντιθεσμικά χαρακτηριστικά, αλλά (ουσιαστικά) μετατρέπει σε καθαρά «διακοσμητικό στοιχείο» της ελληνικής πολιτείας, τον ίδιο τον θεσμό του αρχηγού του κράτους. Αυτόν του Προέδρου της Δημοκρατίας. Κάτι που φυσικά δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση των πολιτικών (και επικοινωνιακών) λόγων που τον ώθησαν σε αυτή την απόφαση.

Οι λόγοι αυτοί μπορούν να εντοπιστούν, όπως προαναφέρθηκε, τόσο σε επικοινωνιακό και πολιτικό επίπεδο, όσο και σε αυτό της τακτικής. Συνοπτικά δε μπορεί να είναι οι εξής:

  1. Με τη δημόσια συζήτηση (και την πολιτική ατζέντα) να καταλαμβάνεται από τις αναλύσεις και αναφορές στο τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, η φυσιολογική) κυβερνητική φθορά, λάμβανε καταιγιστικές διαστάσεις, οι οποίες είχαν αρχίσει να εμφανίζουν όχι μόνο φυγόκεντρες τάσεις σε ψηφοφόρους, μέλη και στελέχη του κυβερνητικού κόμματος, αλλά και έμμεσους διαξιφισμούς μεταξύ των (εν δυνάμει) δελφίνων, εντός του κυβερνητικού επιτελείου. Σε πρώτο στάδιο λοιπόν, η ανακοίνωση της ημερομηνίας των εκλογών, αλλάζει εκ βάθρων τόσο τη δημόσια-κοινωνική, όσο και την πολιτική-κομματική ατζέντα συζήτησης, με προφανή σκοπό (και με τη βοήθεια των φιλικών ΜΜΕ) την ανακοπή του φαινομένου της ραγδαίας πτώσης των ποσοστών αποδοχής και επιρροής του κυβερνώντος κόμματος.
  2. Ταυτόχρονα, περιορίζει -εάν δεν εξαλείφει- τις τάσεις σκεπτικισμού και αποστασιοποίησης ψηφοφόρων, μελών και στελεχών του κόμματος, σε χρόνο μάλιστα πριν αυτές λάβουν έντονα χαρακτηριστικά. Προφανής σκοπός, η όσο το δυνατόν συντομότερη έναρξη και άκρως απαραίτητη σε προεκλογικές περιόδους ενσυνείδητης συσπείρωσης, τόσο των ψηφοφόρων, όσο και των μελών και στελεχών του κόμματος, οι οποίοι πλέον θα πρέπει να «στοιχηθούν» πίσω από τον αρχηγό, χωρίς καμία διάθεση αμφισβήτησής του.

Γ) Η άσκηση πίεσης προς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ώστε αυτό (σταδιακά και μέχρι τις εκλογές) να αλλάξει τον δημόσιο λόγο του, από καταγγελτικό σε πολιτικό-προγραμματικό. Η εγκατάλειψη δηλαδή των (σε μεγαλύτερο ποσοστό) αναφορών σε σκάνδαλα, παραλείψεις, ατασθαλίες κ.α. που έπλητταν το «συγκριτικό πλεονέκτημα» -όπως τουλάχιστον παρουσιαζόταν- της κυβέρνησης, με αφορμή και το τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών. Στόχος και με πρωτοβουλία της κυβερνητικής παράταξης, θα είναι η πρόσκληση σε πραγματικό πολιτικό διάλογο μεταξύ των κομμάτων εξουσίας, σε προγραμματική-κυβερνητική βάση. Στο «τι θα γίνει» και όχι στο «τι έγινε».

Δ) Με δεδομένο τόσο το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής (το οποίο και χαρακτηρίσθηκε από τον πρωθυπουργό ως «περιπέτεια»), όσο και αυτό της ενισχυμένης αναλογικής με κλιμακωτή απόδοση του bonus των εδρών, που θα ισχύσει στις αμέσως επόμενες εκλογές και -υπό τις παρούσες συνθήκες- δεν προσφέρει σε κανένα το πλεονέκτημα μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης την επόμενη μέρα, η παράλληλη άσκηση πίεσης προς τον τρίτο σε εκλογική απήχηση κομματικό σχηματισμό, ώστε οι εκπρόσωποί του (και κυρίως ο αρχηγός του) να εγκαταλείψουν ή και να προσαρμόσουν τον δημόσιο λόγο τους, όσον αφορά στην πιθανότητα συνεργασίας τους με έναν εκ των δύο διεκδικητών της εξουσίας. Είναι αρκετά πιθανό, με την πάροδο του χρόνου και πλησιάζοντας προς την ημέρα των εκλογών, κυρίως όμως στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ των πρώτων και των δεύτερων, η πίεση που θα ασκηθεί -κυρίως από τα ίδια τα στελέχη του- προς τον αρχηγό του κόμματος να «λάβει ξεκάθαρη θέση», να αυξηθεί (με αμφίβολα όμως αποτελέσματα).

Ε) Ως καθαρά τακτική επιλογή, που μένει να επιβεβαιωθεί ή όχι στην πράξη, η διεξαγωγή των εκλογών τον Μάϊο και η -κατά συνέπεια- πολύ πιθανή διεξαγωγή των δεύτερων εντός των πρώτων ημερών του Ιουλίου, με την καλοκαιρινή τουριστική περίοδο σε πλήρη ανάπτυξη, θέτει υπό ισχυρή αμφισβήτηση τη συμμετοχή των νέων εκλογέων σε αυτές. Ενός τμήματος του εκλογικού σώματος δηλαδή, στο οποίο η κυβερνώσα παράταξη δεν φαίνεται να έχει ερείσματα (με την ψήφο των αποδήμων και για τους ίδιους, λόγους να μην αποτελεί εξαίρεση).

Στα πλαίσια αυτά, και μέχρι την επίσημη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη των εκλογών, θα έχουμε το οξύμωρο, ο πρωθυπουργός της χώρας να λειτουργεί (ενσυνείδητα ή όχι) ως αρχηγός κόμματος που διεκδικεί την εξουσία, με τον κυβερνητικό (πχ) εκπρόσωπο να παίρνει πλέον μέρος στην εκλογική διαμάχη, προβάλλοντας το κομματικό (και όχι κυβερνητικό) έργο, ή αντιπαρατιθέμενος με καθαρά κομματικό λόγο με τους πολιτικούς συντάκτες.

Η ακραία πόλωση που πρόκειται να κυριαρχήσει στον πολιτικό-κομματικό διάλογο καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, κυρίως όμως στην περίοδο μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, πρόκειται να επηρεάσει κυρίως τους μετακινούμενους ψηφοφόρους του Κέντρου. Είναι αυτή ακριβώς η «μερίδα» του κόσμου που -ως αναποφάσιστοι- εάν δεν απέχουν από τις εκλογές ως ακραία ένδειξη αποστροφής τους προς το πολιτικό σύστημα της χώρας και τους εκπροσώπους του, πρόκειται να στηρίξουν είτε το τρίτο, είτε οποιονδήποτε άλλο μικρότερο κομματικό σχηματισμό. Μία παράμετρος, το ποσοστό που θα συγκεντρώσουν δηλαδή τα μικρά κόμματα, ειδικότερα δε αυτά που -τελικά- θα μείνουν εκτός Βουλής, που επηρεάζει άμεσα και τις ελάχιστες -με τα σημερινά δεδομένα- πιθανότητες σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης.

Εν κατακλείδι, στην ελληνική «κομματική δημοκρατία», ευρισκόμενοι ήδη σε μία προεκλογική περίοδο δύο μηνών, με τις τουρκικές προεδρικές εκλογές να διεξάγονται μία εβδομάδα πριν από αυτές της χώρας μας και τις οικονομικό-πολιτικές εξελίξεις, τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε διεθνές επίπεδο να χαρακτηρίζονται από έντονα στοιχεία αβεβαιότητας, το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, αν μη τι άλλο, θα έχει αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον.

Ο Γιώργος Τσακίρης γεννήθηκε στην Καβάλα το 1968. Αποφοίτησε από την Β’ βάθμια εκπαίδευση το 1986 και ολοκλήρωσε την 24μηνη στρατιωτική του θητεία στο Πολεμικό Ναυτικό. Το 1990, με δύο ακόμη συνεργάτες, «στήνει» και λειτουργεί έναν από τους πρώτους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Καβάλας, ενώ το 1994 ξεκινά τη σταδιοδρομία του ως στέλεχος επιχειρήσεων εμπορίας αυτοκινήτων, ειδικευόμενος κυρίως στον τομέα των χρηματοδοτικών μισθώσεων. Ανέκαθεν πολιτικοποιημένος, το Φεβρουάριο του 2012 εντάχθηκε στους «Ανεξάρτητους Έλληνες» και συμμετείχε στις εθνικές εκλογές του 2012 και του 2015, ως υποψήφιος βουλευτής, ενώ το 2017 διορίζεται Αναπληρωτής Γραμματέας Μεταναστευτικής Πολιτικής του κόμματος. Παράλληλα, συμμετείχε ως υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2014 και του 2019. Τον Ιούνιο του 2018 παραιτείται από τους ΑΝ.ΕΛΛ.  διαφωνώντας με τη στάση του κόμματος στη Συμφωνία των Πρεσπών. Λάτρης του διαβάσματος πολιτικών και ιστορικών βιβλίων, αρθρογραφεί τακτικά στον τοπικό τύπο, αλλά και σε πανελλαδικής εμβέλειας ιστοσελίδες με άρθρα πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου.